Παρουσίαση βιβλίου Βασίλη Λαδά “Στην ηλικία του Αβραάμ”

Παρουσίαση βιβλίου Βασίλη Λαδά “Στην ηλικία του Αβραάμ”

Παρουσίαση βιβλίου Βασίλη Λαδά “Στην ηλικία του Αβραάμ”

Ο βουλευτής Αχαΐας του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστας Σπαρτινός, την Πέμπτη 22/2/2018 παρουσίασε το βιβλίο του συγγραφέα Βασίλη Λαδά «Στην ηλικία του Αβραάμ» στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δικηγορικού Συλλόγου Πάτρας. Παρατίθεται η ομιλία.

Μου ζητήθηκε από το Βασίλη Λαδά να παρουσιάσω το βιβλίο του «Στην ηλικία του Αβραάμ» με την ιδιότητά μου ως πρώτου Προέδρου της Κινηματογραφικής Λέσχης Πάτρας. Γεγονός που δεν είναι ίσως πολύ γνωστό, καθώς έμεινα Πρόεδρος για μικρό σχετικά χρονικό διάστημα – μέχρι το καλοκαίρι του 1979 που έφυγα για την Αθήνα για να επανακάμψω στη γενέτειρα μετά 12 περίπου χρόνια. Αλλά και γιατί – καθώς η Κινηματογραφική Λέσχη έχει σήμερα (κατά τον Βασίλη) την ηλικία του Αβραάμ – ποιος μπορεί να θυμάται τι συνέβαινε τον καιρό που ο Αβραάμ ήταν ακόμα μωρό.

Το βιβλίο αυτό του Βασίλη ανήκει στο ίδιο λογοτεχνικό είδος με το «Μουσαφεράτ». Ένα είδος χρονικού θα μπορούσε να το πει κανείς ή (όπως το λέει ο ίδιος) «τεκμηριωμένη λογοτεχνία». Cultural journalism το είπαν οι αμερικάνοι, κατατάσσοντας ως κορυφαίο δείγμα το «Εν ψυχρώ» του Τρούμαν Καπόουτε, που γυρίστηκε στη συνέχεια σε μια έξοχη ταινία από τον Ρίτσαρντ Μπρουκς. Ο πυρήνας βέβαια του χρονικού αυτού δεν είναι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες του «Μουσαφεράτ», αλλά με αφορμή και αφηγηματικό πυρήνα την Κινηματογραφική Λέσχη είναι και πάλι η Πάτρα, η Πάτρα των τελευταίων 40 χρόνων, η ζωή μας των τελευταίων 40 χρόνων, απέναντι στην οποία ο Βασίλης Λαδάς αθέλητα ή πονηρά μας τοποθετεί και μας προσκαλεί να την αναστοχαστούμε ή ακόμα (γιατί όχι;) μας προκαλεί να αναμετρηθούμε μαζί της. Να ψάξουμε για τα κρυμμένα μας πτώματα πίσω από τις φυλλωσιές του «Μπλόου απ».

Το βιβλίο ξεκινάει με ένα τράβελινγκ πάνω στην «μεγάλη ταχεία του κινηματογράφου» όπου ο Βασίλης παρουσιάζει τη δική του προσέγγιση γι’ αυτή τη μαζική, βιομηχανική τέχνη – την επαναστατική τέχνη του 20ου αιώνα – και την εξέλιξή της μέχρι σήμερα, καταλήγοντας αργότερα στο συμπέρασμα ότι σήμερα δεν γυρίζονται πια τόσο καλές ταινίες όσο μέχρι την εποχή που πάνω-κάτω ιδρύθηκε η Κινηματογραφική Λέσχη. Στη συνέχεια ζουμάρει σιγά-σιγά στο θεσμό των κινηματογραφικών λεσχών που εμφανίστηκαν σε όλη την Ευρώπη μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μετά προσεγγίζει την μεταπολιτευτική Πάτρα και εστιάζει στη δική της Λέσχη, στην ίδρυση, την ιστορία της, το προφίλ της, την εξέλιξή της, το μυστικό της μακροζωίας της.

Μέχρι περίπου τα μέσα του, το βιβλίο έχει αυτή την «κινηματογραφική» ανάπτυξη – μην ξεχνάμε ότι ο Βασίλης Λαδάς έχει κάνει και σπουδές σκηνοθέτη, κάτι που φαίνεται έντονα στον τρόπο που «βλέπει» την είσοδο και την έξοδο των θεατών πριν και μετά την προβολή της ταινίας στο κεφάλαιο «Ψηφία». Στη συνέχεια αυτή η δομή εγκαταλείπεται και η αφήγηση απελευθερώνεται, πηγαινοέρχεται από τον κινηματογράφο στη λέσχη της Πάτρας, από ταινίες που πρόβαλε στη ζωή της πόλης αλλά και στην εξέλιξη γενικότερα της ελληνικής κοινωνίας αυτών των 40 ετών. Θυμάται και σχολιάζει. Τα μπλε και πράσινα καφενεία, τις μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις με τις πλαστικές σημαίες, την αποβιομηχάνιση της δεκαετίας του 1990, την Πάτρα μικρομέγαλη Ολυμπιακή πόλη το 2004 και Πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2006, το πέρασμα του κινηματογράφου από το σελιλόιντ στην ψηφιακή εικόνα αλλά και κάποιους Δημάρχους της πόλης – 2 ζώντες και ένα τεθνεώτα, αμφισβητώντας για τον τελευταίο τη ρήση ότι «ο αποθανών δεδικαίωται». Αναφέρεται και πάλι σε αυτό το βιβλίο στους πρόσφυγες και τους μετανάστες που αυτά τα 40 χρόνια έχουν έλθει στην πόλη μας από πολλές διαφορετικές μεριές της Ασίας, της Αφρικής αλλά και των Βαλκανίων και φθάνει στην κρίση του 2009 που τη συνδέει με «Τα σταφύλια της οργής», την ταινία που γύρισε ο Τζον Φορντ το 1939, λίγο μετά το αμερικάνικο κραχ, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Τζον Στάινμπεκ.
Όλα αυτά όμως όχι (σε αυτό το δεύτερο μέρος) με μια ιστορική σειρά, με μια αυστηρή χρονική αλληλουχία αλλά παρουσιασμένα μέσα από το προσωπικό ψυχολογικό μοντάζ του συγγραφέα.

Το βιβλίο και ιδιαίτερα το δεύτερο μέρος του, μου γέννησε στο μυαλό, καθώς το διάβαζα, την εξής εικόνα: νύχτα καλοκαιριού στα Ψηλαλώνια, μια παρέα ζωντανών και πεθαμένων φίλων αραγμένη σε πολυθρόνες καφενείου, συζητάει για τα πάντα με τη σειρά και την έμπνευση της μπύρας, της στιγμής. Τα φώτα των μαγαζιών έχουν σβήσει, τα γκαρσόνια έχουν αποσυρθεί, κατά τις 2 με 3 το πρωί έχει πια δροσίσει και η κουβέντα περιδιαβαίνει από τις εικόνες του κινηματογράφου και τις ταινίες της λέσχης ή άλλες ταινίες «ποιότητας» και όχι μόνο, στην κοινωνική κριτική, στην αποτίμηση προσώπων και καταστάσεων, στην πολιτική και ιδεολογική ανάλυση. Στη μέση της νύχτας, στη μέση της σκηνής, η παρέα «ωραία και μεγάλα φωτισμένη».

Ο Βασίλης Λαδάς επανέρχεται και σε αυτό το πεζό του σε κάποιους θεματικούς άξονες που τον έχουν απασχολήσει και σε άλλα βιβλία του: Η μικρομέγαλη πόλη που αναζητά αλλά δεν βρίσκει τη ρότα της, όπως δεν βρίσκει ούτε το μύθο της που θα της χαρίσει τη φυσιογνωμία της και θα ηρεμήσει τη συλλογική ψυχή της. Ίσως ότι το πιο μυθικό-χαρακτηριστικό αποτύπωμα ζωής αυτών των 40 χρόνων να είναι τα κύματα των μεταναστών που πέρασαν και συνεχίζουν να περνούν από την πόλη, αντικείμενο όλων των τελευταίων πεζών του. Κύματα που εμφανίστηκαν πολύ πριν τα τελευταία 40 χρόνια, καθώς η ιστορία αυτής της γης κι αυτής της θάλασσας καθορίζει το πέρασμά τους.

Διαβάζοντας το βιβλίο στάθηκα ιδιαίτερα στην αφήγηση του χρονικού του κλεισίματος των κινηματογραφικών αιθουσών και των μεγάλων βιομηχανιών της πόλης, την ίδια περίπου περίοδο, με ένα τρόπο που στην κινηματογραφική γλώσσα θα το λέγαμε «παράλληλο μοντάζ». Ταυτόχρονα με τη διάσωση των ονομάτων των αιθουσών «σαν ονόματα εκκλησιών». Εκκλησιών που έχουν το δικό τους τελετουργικό για τους σινεφίλ, εκκλησιών που μπαίνοντας οι πιστοί στη σκοτεινή τους αίθουσα και καθώς αρχίζει η προβολή, βρίσκονται να κολυμπάνε σε μια σκοτεινή μήτρα ονείρων. Όλοι μαζί και καθένας μόνος του.
Στο βιβλίο διασώζονται και τα ονόματα των μεγάλων βιομηχανιών της πόλης που έκλεισαν. Οι εκκλησίες του τέλους της κλασικής βιομηχανικής ανάπτυξης, η αρχή του τέλους της μεταπολιτευτικής αυταπάτης.

Σε ένα άλλο σημείο η αφήγηση παίρνει άλλη διάσταση: απογειώνεται σε ένα ύμνο στον κινηματογράφο, στην τέχνη γενικότερα και στη βίαιη νίκη τους απέναντι στο ναζισμό και την κτηνωδία του. Με τη βία που πυροδοτεί η γραφή του Κουέντιν Ταραντίνο και δεν σου δίνει το έρεισμα να την καταδικάσεις, ό,τι κι αν ισχυριστούν διάφοροι «πολιτικά ορθοί», απ’ όπου κι αν προέρχονται. Οι «Άδωξοι Μπάσταρδοι», η σελιλόιντ που τινάζει στον αέρα το Χίτλερ και την κουστωδία του. Το έργο τέχνης που εκρήγνυται και καταστρέφει τους εχθρούς του, τους εχθρούς της ζωής, τους υμνητές του θανάτου. Η δύναμη και η αυταπάτη της Τέχνης.

Θέλω να τελειώσω κάνοντας κι εγώ μιαν αναφορά σε μια παλιά ταινία. Δεν πρόκειται για κάποια σπουδαία ταινία, είναι απλώς μια χαριτωμένη σάτιρα. Το 1966 ο Φιλίπ ντε Μπροκά (πριν αρχίσει να σκηνοθετεί τον Μπελμοντό στις εξωτικές του περιπέτειες) γύρισε το Le Roi de Coeur που παίχτηκε στην Ελλάδα με τον τίτλο «Όλοι τους τρελοί εκτός από μένα» με πρωταγωνιστή τον Άλαν Μπέιτς και τη Ζενεβιέβ Μπυζόλντ και το Ζαν – Κλωντ Μπριαλύ. Κατά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μια επαρχιακή γαλλική πόλη φθάνει κυνηγημένος από τους Γερμανούς ένας Άγγλος στρατιώτης (ο Άλαν Μπέιτς) που η μονάδα του έχει αποδεκατιστεί. Για να σωθεί καταφεύγει στο φρενοκομείο της πόλης, μιας πόλης που έχει εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους της. Οι Γερμανοί έρχονται και φεύγουν. Οι έγκλειστοι του ασύλου βγαίνουν από το φρενοκομείο και κυκλοφορούν ελεύθεροι στην πόλη μαζί με τα θηρία του ζωολογικού κήπου που τα ελευθέρωσαν από τα κλουβιά τους. Ο πόλεμος όμως τελειώνει, η κανονικότητα της ζωής επανέρχεται και βέβαια οι τρελοί ξανακλείνονται από τους γνωστικούς στο άσυλο. Μαζί τους επιστρέφει στο άσυλο με τη θέλησή του και ο στρατιώτης. Το έργο τελειώνει με έναν έγκλειστο – θα μπορούσε να ήταν ένας σινεφίλ; - να κοιτάει από μέσα τον έξω κόσμο και να λέει ότι έτσι κι αλλιώς το ωραιότερο ταξίδι το κάνει κανείς πίσω από ένα παράθυρο.

Υποθέτω ότι για το δημιουργό της ταινίας το παράθυρο αυτό της φαντασίας είναι και η οθόνη του κινηματογράφου. Ένα παράθυρο ονείρου, λογισμού, επικοινωνίας. Σκεφτόμουνα ότι από το 1966 μέχρι σήμερα το παράθυρο αυτό μικραίνει συνεχώς: από την οθόνη του κινηματογράφου περάσαμε στην οθόνη της τηλεόρασης και μετά του υπολογιστή, του λάπτοπ, του τάμπλετ, του κινητού. Άραγε ο κόσμος μας, αυτό το παγκόσμιο χωριό, μίκρυνε κι αυτός τόσο πολύ ή στένεψαν τα παράθυρα της επικοινωνίας μας μαζί του και μεταξύ μας;

Πάντως η Κινηματογραφική Λέσχηςκαι ο Βασίλης Λαδάς επιμένουν ακόμα στις μεγάλες οθόνες.

Close